Η κατάσταση θα μπορούσε να θυμίζει την κρίση του ευρώ. Οχι επειδή η όψη και μόνο του Μάριο Ντράγκι ανακαλεί τον μεγάλο κλυδωνισμό της Ευρωζώνης. Αλλά κυρίως επειδή η αβεβαιότητα που ήδη προκαλεί η παραπαίουσα κυβέρνησή του αρχίζει να αντικατοπτρίζεται στα επιτόκια δανεισμού της Ιταλίας. Πάλι, συναγερμοί για την εύθραυστη τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης. Πάλι, τρόμος για το τι θα μπορούσε να σημαίνει η εκλογική επιστροφή των λαϊκιστών – μιας ακροδεξιάς, αυτή τη φορά, ακόμη πιο ακραίας από τη Λέγκα του Σαλβίνι.

Η κρίση θα θύμιζε την προηγούμενη, αν δεν ήταν χειρότερη. Αν δεν διασταυρωνόταν με τον πόλεμο και τις παρενέργειές του. Αυτές οι παρενέργειες ευθύνονται έως έναν βαθμό και για τον κλονισμό της κυβέρνησης Ντράγκι. Τα κόμματα εισπράττουν τα κύματα της δυσαρέσκειας. Το πολιτικό σύστημα, αντί να απορροφά την πίεση από κάτω, γίνεται απλώς αγωγός της προς την κορυφή – σαν να προεξοφλεί την εξασθένησή του, πριν συντελεστεί στην κάλπη. Κάπως έτσι, μια κυβέρνηση, που λειτουργούσε ως πυλώνας της κοινής ευρωπαϊκής προσπάθειας για την αντιμετώπιση της γεωπολιτικής και ενεργειακής πρόκλησης, μετατρέπεται τώρα σε πρόβλημα.

Γιατί; Διότι, λένε, έτσι είναι οι δημοκρατίες. Ασταθείς και κυκλοθυμικές. Ανάλογα βραχυκυκλώματα βλέπει κανείς στη Γαλλία και την κοινοβουλευτική Βαβέλ της, που αποδυναμώνει την προεδρία του έτερου ευρωπαϊκού πυλώνα – του Μακρόν. Ακυβέρνητη μοιάζει και η Βρετανία, που μετά το Brexit δεν έχει καταφέρει να βρει σταθερό χέρι στο πηδάλιο.

Ακόμη και η Αμερική καλείται να αναλάβει μέρος του παλιού της ρόλου στη δυτική Συμμαχία, χωρίς να έχει καταφέρει να βγει από την εξοντωτική πόλωση που την παραλύει εσωτερικά και που αναμένεται να επιδεινωθεί μετά τις ενδιάμεσες εκλογές του φθινοπώρου.

Η επιδημία αστάθειας στη Δύση και η ελληνική περίπτωση

Η μία μετά την άλλη, οι δημοκρατίες της Δύσης μοιάζουν ξεκρέμαστες – εσωτερικά αποδιαρθρωμένες και οριακά κυβερνήσιμες, σε μια ιστορική στιγμή που δοκιμάζεται εξωτερικά η αντοχή τους.

Μήπως λοιπόν έχουν δίκιο όσοι επιμένουν ότι κι εδώ πρέπει να αλλάξουμε το εκλογικό σύστημα, προτού καν εφαρμοστεί; Μήπως να πειράξουμε την αναλογικώς ενισχυμένη, υπέρ του παλιού, βαρέος μπόνους στο πρώτο κόμμα; Μήπως πρέπει να αφήσουμε τις θεσμικές ευαισθησίες, επιλέγοντας το αντικλείδι της σταθερότητας – αποτρέποντας δηλαδή το ενδεχόμενο μιας κυβέρνησης που θα κρέμεται από 151η πρώτη ψήφο;

Το δίλημμα δεν ανήκει μόνο στη σφαίρα της θεσμικής δεοντολογίας. Το αντισυστημικό ρεύμα δεν το αντιμετωπίζεις πειράζοντας τους κανόνες του συστήματος. Αντιθέτως. Παίζοντας με τους νόμους των εκλογών δικαιώνεις την αντισυστημική φιλολογία ότι το παιχνίδι είναι σημαδεμένο.

Αν θέλει τη σταθερότητα, το πολιτικό σύστημα πρέπει να ψάξει αλλού τις πηγές της νομιμοποίησής του.





Το άρθρο το βρήκαμε ΕΔΩ