Τα μαγιό στεγνώνουν απλωμένα στην αυλή. Τα βλέπεις από το παράθυρο να κινούνται στη φορά του ανέμου – χορογραφία του μελτεμιού. Το σπίτι μυρίζει γεμιστά, ροδάκινα και καρπούζι. Οι μεγάλοι κοιμούνται. Στριφογυρίζεις στον καναπέ του καθιστικού. Διαβάζεις ένα Μίκυ Μάους. Μόνο οι σελίδες που με ανυπομονησία γυρίζεις ακούγονται και, στο βάθος, το μοτέρ του ψυγείου που αγκομαχάει παραγεμισμένο. «Μη βγάλεις κιχ! Κλείσε τα μάτια σου και προσπάθησε να κοιμηθείς έστω και λίγο»· οι οδηγίες ήταν σαφείς και σήμερα.

Αναστενάζεις. Η ώρα δεν περνάει με τίποτα. Το πρωί πήγατε για μπάνιο και ήταν τέλεια. Δεν πρόλαβες όμως να το χαρείς όσο ήθελες. «Πρέπει να φύγουμε, να περάσουμε να πάρουμε και το φαγητό από τον φούρνο», είπε η μαμά. Ετσι, γυρίσατε άρον άρον. Οταν θα μεγαλώσεις δεν θα έχεις καμιά υποχρέωση να ακολουθείς το πρόγραμμά τους. Θα κάνεις κουμάντο στον εαυτό σου. Θα πηγαίνεις όπου θέλεις, θα μένεις στην παραλία όσες ώρες θέλεις κι ας ξεραίνεσαι σαν παξιμάδι από τον ήλιο.

Κοιτάς το ρολόι στον απέναντι τοίχο. Ακόμη 5 είναι η ώρα. Πότε θα ξυπνήσουν, επιτέλους; Σε λήθαργο έπεσαν; Σκέφτεσαι βόλτες. Βουτιές. Παιχνίδια με τους φίλους σου. Περιοδικά. Παγωτά. Κι εκείνο το μακό μπλουζάκι που είδες τις προάλλες σε μια βιτρίνα. «Οταν θα πάρω τη σύνταξη, θα σου το αγοράσω, κοκόνα μου», σου υποσχέθηκε η γιαγιά. «Μόνο μην το πεις στους άλλους και ζηλέψουν…». Αλλοι είναι τα υπόλοιπα εγγόνια. Σου έχει αδυναμία, το ξέρεις. Κι εσύ τη λατρεύεις.

Κλείνεις τα μάτια. Εξω, τα τζιτζίκια τραγουδούν δυνατά. Κι έπειτα, αίφνης, λες κι ένας μαέστρος δίνει εντολή για παύση, σταματούν για λίγα λεπτά. Μετά, ξανά απ’ την αρχή. Μόνο εσύ έχεις την υποχρέωση της αφωνίας. Τουλάχιστον τα καλοκαιρινά μεσημέρια.

Οσες δεκαετίες κι αν περάσουν, τα μεσημέρια των διακοπών έχουν έναν μαγικό, θαρρείς, τρόπο να μας κάνουν να επιστρέφουμε στην «πατρίδα» των παιδικών μας χρόνων. Εκεί όπου οι γονείς, οι γαγιάδες και οι παππούδες ζούσαν ακόμη και άνοιγαν στοργικές αγκαλιές, οι φιλίες ήταν άγουρες, οι χαρές απλές και ο κόσμος των ενηλίκων φάνταζε τόσο σημαντικός που αδημονούσαμε να γίνουμε μέρος του. Τι απέμεινε από όλα αυτά; Μια γλυκόπικρη γεύση: νοσταλγία για την αθωότητα που κάποτε είχαμε και πόνος για τις απουσίες τόσων αγαπημένων. Και το τραγούδι των τζιτζικιών, που γεφυρώνει το χθες με το σήμερα…





Το άρθρο το βρήκαμε ΕΔΩ