Οδηγός για την ΕΚΤ οι παλαιότερες συναλλαγματικές κρίσεις

Φωτ. Reuters

Η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ συντόμως θα αποκαλύψει το νέο εργαλείο για τον έλεγχο των αποδόσεων στα ομόλογα των κρατών-μελών της Ευρωζώνης. Κάνοντάς το αυτό θα πρέπει να απαντήσει σε δύο κομβικά ερωτήματα. Το πρώτο έχει να κάνει με το πώς η ΕΤΚ θα ορίσει πότε το κόστος δανεισμού για μια χώρα έχει εκτιναχθεί σε μη αιτιολογημένα επίπεδα με γνώμονα την οικονομική της κατάσταση. Το δεύτερο αφορά το τι θα πράξει η ΕΚΤ για το συγκεκριμένο ζήτημα. Εάν η Κριστίν Λαγκάρντ διέθετε χρόνο να εξετάσει τις συναλλαγματικές κρίσεις της Γηραιάς Ηπείρου, τότε θα μπορούσε να αποφεύγει να γίνεται τόσο συγκεκριμένη. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 πήραν ένα δύσκολο μάθημα οι διοικητές των κεντρικών τραπεζών και οι υπουργοί Οικονομικών για τις κερδοσκοπικές επιθέσεις. Προ της εισαγωγής του κοινού νομίσματος, οι ευρωπαϊκές χώρες διατηρούσαν εν μέρει καθορισμένες ισοτιμίες και τα αντίστοιχα εθνικά τους νομίσματα μπορούσαν να κινηθούν μόλις 2,25% χαμηλότερα από ορισμένα επίπεδα ή 2,25% υψηλότερα. Σε περιόδους πιέσεων του χρηματοπιστωτικού συστήματος, οι κεντρικές τράπεζες σε εθνικό επίπεδο παρενέβαιναν για να στηρίξουν την ισοτιμία. Ο περιορισμός στα συναλλαγματικά διαθέσιμα παρακίνησε το επενδυτικό κοινό να θέσει σε δοκιμασία τον εν λόγω μηχανισμό. Η Βρετανία εξοστρακίστηκε τον Σεπτέμβριο του 1992 από αυτόν. Η Γαλλία μόλις και μετά βίας απέφυγε να ακολουθήσει τη Βρετανία το 1993, όταν η κεντρική τράπεζα της Γαλλίας παρενέβη για να στηρίξει το φράγκο.

Πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις θα ενεργοποιεί τον νέο μηχανισμό για τον έλεγχο αποδόσεων ομολόγων κρατών-μελών.

Η ΕΚΤ το έχει ήδη καταστήσει σαφές. Η ανακοίνωσή της στις 15 Ιουνίου ότι πρόκειται να δημιουργήσει νέο εργαλείο, το οποίο ενδεχομένως να λάβει τη μορφή ειδικευμένου προγράμματος αγοράς τίτλων, συνέβαλε στο να αποκλιμακωθούν οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων. Η διαφορά ανάμεσα στις αποδόσεις του γερμανικού 10ετούς και των αντίστοιχων ιταλικών είχε πτώση από το 2,42% σε κάτω του 2% μέσα σε λίγες ημέρες, παρότι εκτινάχθηκε και πάλι μετά τη διάλυση της ιταλικής κυβέρνησης. Ορισμένοι διοικητές ευρωπαϊκών κεντρικών τραπεζών, ωστόσο, δείχνουν αποφασισμένοι να περιορίσουν τα περιθώρια ελιγμών της ΕΚΤ, όπως ο πρόεδρος της Bundesbank, Γιοακίμ Νάγκε. Ο τελευταίος επιδιώκει να θέσει οικονομικές και δημοσιονομικές προδιαγραφές επί της χώρας της οποίας οι αποδόσεις ανέρχονται. Αν όντως ισχύσει αυτό, τότε η ΕΚΤ δεν θα δύναται να επεμβαίνει άμεσα για να ανακόψει τη θύελλα των αγορών. Αλλοι, όπως ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Ιταλίας, δηλώνουν ότι μια διαφορά άνω του 2% ανάμεσα στις αποδόσεις γερμανικών και ιταλικών 10ετών θα ήταν αδικαιολόγητη. Θέτοντας όμως συγκεκριμένο στόχο η ΕΚΤ θα υποχρεούτο να δράσει, ακόμα κι αν, λόγου χάριν, η νέα ιταλική κυβέρνηση αδιαφορούσε για τη δημοσιονομική πειθαρχία.





Το άρθρο το βρήκαμε ΕΔΩ