Γράφω τούτες τις γραμμές από αυστηρά προσωπική ανάγκη και επιθυμία, απευθυνόμενος σε αναγνώστριες και αναγνώστες που με αυστηρό αλλά και νηφάλιο τρόπο εξέφρασαν τη δυσφορία τους με το σχόλιο του Σαββάτου «Λιγνάδης λυόμενος».

Απευθύνομαι σε όσους θεώρησαν πως έγραψα με συμπάθεια για έναν καταδικασμένο βιαστή ανηλίκων. Δεν απαντώ σε εκείνους που με ένα ανθρωποφαγικό πνεύμα έσπευσαν να μου ευχηθούν «να μου κάνουν με σιδηρολοστό, σε μένα και τα παιδιά μου, αυτό που έκανε ο Λιγνάδης – και μάλιστα να συμβεί αυτό σύντομα».

Γράφω δημοσίως εδώ και χρόνια. Υπήρξαν φορές που δέχθηκα κριτική, ακόμα και επιθέσεις εξαιτίας κάποιου άρθρου. Σκεπτόμενος τη σοβαρή κριτική και όχι τον κανιβαλισμό, επέστρεφα στα κείμενα αυτά με μια προσπάθεια αναστοχασμού και αυτοκριτικής. Πολύ συχνά, δε, απαντούσα και απαντώ σε σχετικά μέιλ αναγνωστών.

Διατρέχοντας λοιπόν εκ νέου το επίμαχο κείμενο με διάθεση αυτοκριτικής, ξεχωρίζω δύο βασικά ζητήματα: Πρώτον, έναν φορτισμένο τόνο που δεν θα έπρεπε να έχει θέση στη δημοσιογραφία. Φαίνεται πως, παρά την εμπειρία, το πνεύμα των σόσιαλ μίντια ορισμένες φορές διαβρώνει ακόμα και τις προσεγγίσεις εκείνων που δημοσιογραφούν επί σειράν ετών.

Δεύτερον, και κυριότερο: υπάρχουν πράγματι αστοχίες σε ορισμένα σημεία, που με μια πρώτη ανάγνωση οδηγούν σε ένα πνεύμα συμπάθειας προς έναν καταδικασμένο κατά συρροήν βιαστή ανηλίκων.

Καμία σχέση φυσικά. Προσωπικά, επιθυμώ το αυτονόητο, αυτό δηλαδή που επιθυμούμε όλοι: ένας βιαστής να βρίσκεται στη φυλακή.

Μίλησα για το βάρος τού να βρεθεί στη φυλακή κάποιος έστω και για δεκαεπτά λεπτά. Συνεργάτης με ρώτησε: «Και το να περάσεις δεκαεπτά λεπτά με ένα βιαστή;». Τον ακούω προσεκτικά και κατανοώ την αστοχία της δικής μου τοποθέτησης.

Η βασική πρόθεση του κειμένου ήταν να σχολιάσει ένα γενικευμένο ανθρωποφαγικό κλίμα, έκφανση του οποίου είναι και η από πολλούς αντιμετώπιση της συγκεκριμένης υπόθεσης. Δυστυχώς αυτό συνδέεται με την απαξίωση δημοκρατικών θεσμών, που τα τελευταία χρόνια έχει οδηγήσει και σε μια απαξίωση του συστήματος δικαιοσύνης. Αυτό είναι κάτι πολύ επικίνδυνο: το να γίνεται όλο και πιο διαδεδομένο να θέλει να πάρει ο πολίτης μια υπόθεση «στα χέρια του».

Αυτό, κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι ένα μεγάλο πρόβλημα της εποχής. Φαίνεται όμως πως η πρόθεση αυτή δεν εξυπηρετήθηκε με το κείμενό μου. Οπως επίσης το ότι αστόχησα σε ορισμένα σημεία και δεν αναφέρθηκα στο τραύμα των θυμάτων. Δεν σημαίνει ότι ήθελα να τα προσπεράσω. Τους οφείλω τη συγγνώμη μου.

Επέστρεψα στο θέμα με δική μου πρωτοβουλία από βάσανο και πίεση εσωτερική, θέλοντας να επανορθώσω επιπλέον τραύματα που, άθελά μου, προκάλεσα.





Το άρθρο το βρήκαμε ΕΔΩ